αυθαδιάζω
•
- μιλώ με αυθάδη τρόπο, με αυθάδεια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυθαδιάζω < μεσαιωνική ελληνική αυθαδιάζω < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική αὐθαδίζομαι < αὐθάδης
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αυθαδιάζω | αυθαδιάζεις | αυθαδιάζει | αυθαδιάζουμε | αυθαδιάζετε | αυθαδιάζουν / αυθαδιάζουνε |
| Παρατατικός | αυθαδίαζα | αυθαδίαζες | αυθαδίαζε | αυθαδιάζαμε | αυθαδιάζατε | αυθαδίαζαν / αυθαδιάζαν / αυθαδιάζανε |
| Αόριστος | αυθαδίασα | αυθαδίασες | αυθαδίασε | αυθαδιάσαμε | αυθαδιάσατε | αυθαδίασαν / αυθαδιάσαν / αυθαδιάσανε |
| Μέλλοντας | θα αυθαδιάζω / θα αυθαδιάσω | θα αυθαδιάζεις / θα αυθαδιάσεις | θα αυθαδιάζει / θα αυθαδιάσει | θα αυθαδιάζουμε / θα αυθαδιάσουμε | θα αυθαδιάζετε / θα αυθαδιάσετε | θα αυθαδιάζουν / θα αυθαδιάζουνε / θα αυθαδιάσουν / θα αυθαδιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αυθαδιάσει | έχεις αυθαδιάσει | έχει αυθαδιάσει | έχουμε αυθαδιάσει | έχετε αυθαδιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αυθαδιάσει | είχες αυθαδιάσει | είχε αυθαδιάσει | είχαμε αυθαδιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αυθαδιάσει / να αυθαδιάζω / να αυθαδιάσω | να έχεις αυθαδιάσει / να αυθαδιάζεις / να αυθαδιάσεις | να έχει αυθαδιάσει / να αυθαδιάζει / να αυθαδιάσει | να έχουμε αυθαδιάσει / να αυθαδιάζουμε / να αυθαδιάσουμε | να έχετε αυθαδιάσει / να αυθαδιάζετε / να αυθαδιάσετε | να αυθαδιάζουν / να αυθαδιάζουνε / να αυθαδιάσουν / να αυθαδιάσουνε |
| Προστακτική | — | αυθαδίαζε / αυθαδίασε | — | — | αυθαδιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αυθαδιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →