Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αυθαιρεσία

/a.fθe.ɾeˈsi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ιδιότητα του αυθαίρετου Βικιλεξικό
    • διοικητική αυθαιρεσία
  2. κατ’ επέκτασηη αυθαίρετη πράξη ή συμπεριφορά Βικιλεξικό
    • πολεοδομικές αυθαιρεσίες
  3. ενέργεια η πράξη η οποία παραβιάζει τα δικαιώματα άλλου Βικιλεξικό
    • > υπερώνυμα: παρανομία
    • Εκμεταλλεύεται την θέση του ως υπεύθυνος να πράξει κάθε είδους αυθαιρεσίες.
    • Άσχημα παρασκευασμένον, με ελλιπείς ποσότητας τροφίμων, συσσίτιον, αυθαιρεσία και ρεμούλα, εις την διαχείρισιν των τροφίμων από τους αξιωματικούς και τα όργανα υπηρεσίας, αίτινες επανειλημμένως έχουν αναφερθεί εις τους ανώτερούς μας, χωρίς να τεθεί τέρμα (Μακρόνησος: Ιστορικός τόπος, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 2002, σελ. 117)
  4. γλωσσολογίαδιαβαθμίσιμο φάσμα που μετράει το πόσο μία λέξη (σημαίνον) είναι κατανοητή από τον ήχο και την μορφή της σε σχέση με αυτό που σημαίνει (σημαινόμενο), το φάσμα αυτό αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό του γλωσσικού σημείου Βικιλεξικό
    • Βασικό χαρακτηριστικό του γλωσσικού σημείου, σύμφωνα με το οποίο η σχέση ανάμεσα στο σημαίνον και το σημαινόμενο δεν αιτιολογείται· αποτελεί αυθαιρεσία η οποία έχει επιβληθεί από την κοινωνική σύμβαση. … Η αυθαιρεσία δεν είναι απόλυτη έννοια αλλά διαβαθμίσιμη, στον βαθμό που οι γλώσσες παρουσιάζουν σημεία σχετικής αυθαιρεσίας· π.χ. η λέξη δεκαεννέα ανακαλεί τους όρους από τους οποίους συνίσταται, ενώ αυτό δεν συμβαίνει με τη λέξη τριάντα.

Ετυμολογία

αυθαιρεσία < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα αὐθαιρεσία < γαλλική arbitraire. Συγχρονικά αναλύεται σε αυθαίρε(τος) + -σία.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαυθαιρεσίααυθαιρεσίες
Γενικήαυθαιρεσίαςαυθαιρεσιών
Αιτιατικήαυθαιρεσίααυθαιρεσίες
Κλητικήαυθαιρεσίααυθαιρεσίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →