Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αυθαιρετώ

ρήμα
•
  1. φέρομαι αυθαίρετα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αυθαιρετώ < αυθαίρετος + -ώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαυθαιρετώαυθαιρετείςαυθαιρετείαυθαιρετούμεαυθαιρετείτεαυθαιρετούν / αυθαιρετούνε
Παρατατικόςαυθαιρετούσααυθαιρετούσεςαυθαιρετούσεαυθαιρετούσαμεαυθαιρετούσατεαυθαιρετούσαν / αυθαιρετούσανε
Αόριστοςαυθαιρέτησααυθαιρέτησεςαυθαιρέτησεαυθαιρετήσαμεαυθαιρετήσατεαυθαιρέτησαν / αυθαιρετήσαν / αυθαιρετήσανε
Μέλλονταςθα αυθαιρετήσω / θα αυθαιρετώθα αυθαιρετήσεις / θα αυθαιρετείςθα αυθαιρετήσει / θα αυθαιρετείθα αυθαιρετήσουμε / θα αυθαιρετούμεθα αυθαιρετήσετε / θα αυθαιρετείτεθα αυθαιρετήσουν / θα αυθαιρετήσουνε / θα αυθαιρετούν / θα αυθαιρετούνε
Παρακείμενοςέχω αυθαιρετήσειέχεις αυθαιρετήσειέχει αυθαιρετήσειέχουμε αυθαιρετήσειέχετε αυθαιρετήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα αυθαιρετήσειείχες αυθαιρετήσειείχε αυθαιρετήσειείχαμε αυθαιρετήσει——
Υποτακτικήνα έχω αυθαιρετήσει / να αυθαιρετήσω / να αυθαιρετώνα έχεις αυθαιρετήσει / να αυθαιρετήσεις / να αυθαιρετείςνα έχει αυθαιρετήσει / να αυθαιρετήσει / να αυθαιρετείνα έχουμε αυθαιρετήσει / να αυθαιρετήσουμε / να αυθαιρετούμενα έχετε αυθαιρετήσει / να αυθαιρετήσετε / να αυθαιρετείτενα αυθαιρετήσουν / να αυθαιρετήσουνε / να αυθαιρετούν / να αυθαιρετούνε
Προστακτική—αυθαιρέτει / αυθαιρέτησε——αυθαιρετήστε / αυθαιρετείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →