αυθαιρετώ
•
- φέρομαι αυθαίρετα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυθαιρετώ < αυθαίρετος + -ώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αυθαιρετώ | αυθαιρετείς | αυθαιρετεί | αυθαιρετούμε | αυθαιρετείτε | αυθαιρετούν / αυθαιρετούνε |
| Παρατατικός | αυθαιρετούσα | αυθαιρετούσες | αυθαιρετούσε | αυθαιρετούσαμε | αυθαιρετούσατε | αυθαιρετούσαν / αυθαιρετούσανε |
| Αόριστος | αυθαιρέτησα | αυθαιρέτησες | αυθαιρέτησε | αυθαιρετήσαμε | αυθαιρετήσατε | αυθαιρέτησαν / αυθαιρετήσαν / αυθαιρετήσανε |
| Μέλλοντας | θα αυθαιρετήσω / θα αυθαιρετώ | θα αυθαιρετήσεις / θα αυθαιρετείς | θα αυθαιρετήσει / θα αυθαιρετεί | θα αυθαιρετήσουμε / θα αυθαιρετούμε | θα αυθαιρετήσετε / θα αυθαιρετείτε | θα αυθαιρετήσουν / θα αυθαιρετήσουνε / θα αυθαιρετούν / θα αυθαιρετούνε |
| Παρακείμενος | έχω αυθαιρετήσει | έχεις αυθαιρετήσει | έχει αυθαιρετήσει | έχουμε αυθαιρετήσει | έχετε αυθαιρετήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αυθαιρετήσει | είχες αυθαιρετήσει | είχε αυθαιρετήσει | είχαμε αυθαιρετήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αυθαιρετήσει / να αυθαιρετήσω / να αυθαιρετώ | να έχεις αυθαιρετήσει / να αυθαιρετήσεις / να αυθαιρετείς | να έχει αυθαιρετήσει / να αυθαιρετήσει / να αυθαιρετεί | να έχουμε αυθαιρετήσει / να αυθαιρετήσουμε / να αυθαιρετούμε | να έχετε αυθαιρετήσει / να αυθαιρετήσετε / να αυθαιρετείτε | να αυθαιρετήσουν / να αυθαιρετήσουνε / να αυθαιρετούν / να αυθαιρετούνε |
| Προστακτική | — | αυθαιρέτει / αυθαιρέτησε | — | — | αυθαιρετήστε / αυθαιρετείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →