αυθεντικότητα
•
- το να είναι κάποιος αυθεντικός, η ιδιότητα του αυθεντικού Βικιλεξικό
- Το μάθημα αποτελεί εισαγωγή στη Γεμολογία, η οποία συγκαταλέγεται στις Γεωεπιστήμες και θεωρείται κλάδος της ορυκτολογίας. Ασχολείται με την αναγνώριση και πιστοποίηση της αυθεντικότητας ενός πολύτιμου λίθου, καθώς και με την αναγνώριση επεξεργασιών βελτίωσης που έχει υποστεί ένας πολύτιμος λίθος (Γεμολογία, Σχολή Μεταλλειολόγων - Μεταλλουργών Μηχανικών, ανακτήθηκε στις 1/10/2025 https://www.metal.ntua.gr/?product=gemology_gr)
- ξαφνικά μου ήρθε μια έμπνευση, μια «φλασιά» - μου αρέσει αυτή η άκομψη λέξη. Ίσως γιατί μεταφέρει τη φρεσκάδα, την αμεσότητα και την αυθεντικότητα των νέων, που αμφισβητούν τις καθωσπρέπει εκφράσεις και συμπεριφορές που επικροτούν οι μεγάλοι. (Χάρις Κατάκη, Το ημερολόγιο ενός θεραπευτή, εκδ. Πατάκης, 2014)
Ετυμολογία
αυθεντικότητα < αυθεντικός + -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αυθεντικότητα | αυθεντικότητες |
| Γενική | αυθεντικότητας | αυθεντικοτήτων |
| Αιτιατική | αυθεντικότητα | αυθεντικότητες |
| Κλητική | αυθεντικότητα | αυθεντικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →