αυθόρμητος
•
- για πράξηπου γίνεται χωρίς να λογαριάσει κανείς τις συνέπειές της και χωρίς προηγούμενο σχέδιο Βικιλεξικό
- Σημαντικό χαρακτηριστικό αποτελεί η μετατόπιση σημαντικών ζητημάτων από τον άνθρωπο στην ίδια την τεχνολογία και την πληροφορία, γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα η λειτουργία του οργανισμού να φαίνεται κάπως αυθόρμητη, αδόμητη, παράδοξη και ίσως «μαγική». (Δημοσθένης Ι. Δασκαλάκης, Βιομηχανική Κοινωνιολογία και βιομηχανικές σχέσεις, εκδ. Παπαζήσης, 2014)
- για πρόσωπαπου ενεργεί με δική του πρωτοβουλία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυθόρμητος < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική αὐθόρμητος < (αὐτο-) αὐθ- + αρχαία ελληνική (ὁρμῶ) ὁρμή- + -τος, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική spontané
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αυθόρμητος | αυθόρμητη | αυθόρμητο |
| Γενική | αυθόρμητου | αυθόρμητης | αυθόρμητου |
| Αιτιατική | αυθόρμητο | αυθόρμητη | αυθόρμητο |
| Κλητική | αυθόρμητε | αυθόρμητη | αυθόρμητο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αυθόρμητοι | αυθόρμητες | αυθόρμητα |
| Γενική | αυθόρμητων | αυθόρμητων | αυθόρμητων |
| Αιτιατική | αυθόρμητους | αυθόρμητες | αυθόρμητα |
| Κλητική | αυθόρμητοι | αυθόρμητες | αυθόρμητα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →