αυλάκι
•
- τεχνητό ή φυσικό βαθούλωμα στο έδαφος, που εκτείνεται σε μήκος και μέσα στο οποίο ρέει νερό (ή άλλο υγρό) Βικιλεξικό
- το αντίστοιχο τεχνητό όρυγμα, που χρησιμοποιείται για τη σπορά ή το φύτεμα Βικιλεξικό
- φυσική ή τεχνητή χάραξη σε μια επιφάνεια (ξύλινη, πέτρινη κ.λπ.) Βικιλεξικό
- το ίχνος που αφήνουν στο έδαφος οι τροχοί ενός τροχοφόρου Βικιλεξικό
- η υδάτινη γραμμή πίσω από ένα πλεούμενο που κινείται Βικιλεξικό
- σπάνιοορμίσκος Βικιλεξικό
- προφορικόο ισθμός της Κορίνθου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυλάκι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική αὐλάκι(ν) < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή αὐλάκιον, υποκοριστικό του αὖλαξ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αυλάκι | αυλάκια |
| Γενική | αυλακιού | αυλακιών |
| Αιτιατική | αυλάκι | αυλάκια |
| Κλητική | αυλάκι | αυλάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →