Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αυλάκι

/aˈvla.ci/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. τεχνητό ή φυσικό βαθούλωμα στο έδαφος, που εκτείνεται σε μήκος και μέσα στο οποίο ρέει νερό (ή άλλο υγρό) Βικιλεξικό
  2. το αντίστοιχο τεχνητό όρυγμα, που χρησιμοποιείται για τη σπορά ή το φύτεμα Βικιλεξικό
  3. φυσική ή τεχνητή χάραξη σε μια επιφάνεια (ξύλινη, πέτρινη κ.λπ.) Βικιλεξικό
  4. το ίχνος που αφήνουν στο έδαφος οι τροχοί ενός τροχοφόρου Βικιλεξικό
  5. η υδάτινη γραμμή πίσω από ένα πλεούμενο που κινείται Βικιλεξικό
  6. σπάνιοορμίσκος Βικιλεξικό
  7. προφορικόο ισθμός της Κορίνθου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αυλάκι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική αὐλάκι(ν) < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή αὐλάκιον, υποκοριστικό του αὖλαξ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαυλάκιαυλάκια
Γενικήαυλακιούαυλακιών
Αιτιατικήαυλάκιαυλάκια
Κλητικήαυλάκιαυλάκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →