αυλάκωση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αυλακώνω, αυλακιά, αυλάκιασμα Βικιλεξικό
- ράβδωση με ελικοειδή μορφή μέσα από την κάννη ενός όπλου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυλάκωση < αυλακώνω + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αυλάκωση | αυλακώσεις |
| Γενική | αυλάκωσης | αυλακώσεων |
| Αιτιατική | αυλάκωση | αυλακώσεις |
| Κλητική | αυλάκωση | αυλακώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →