αυλακίζω
•
- σκάβω αυλάκια, προκειμένου να φυτέψω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυλακίζω < (ελληνιστική κοινή)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αυλακίζω | αυλακίζεις | αυλακίζει | αυλακίζουμε | αυλακίζετε | αυλακίζουν / αυλακίζουνε |
| Παρατατικός | αυλάκιζα | αυλάκιζες | αυλάκιζε | αυλακίζαμε | αυλακίζατε | αυλάκιζαν / αυλακίζαν / αυλακίζανε |
| Αόριστος | αυλάκισα | αυλάκισες | αυλάκισε | αυλακίσαμε | αυλακίσατε | αυλάκισαν / αυλακίσαν / αυλακίσανε |
| Μέλλοντας | θα αυλακίζω / θα αυλακίσω | θα αυλακίζεις / θα αυλακίσεις | θα αυλακίζει / θα αυλακίσει | θα αυλακίζουμε / θα αυλακίσουμε | θα αυλακίζετε / θα αυλακίσετε | θα αυλακίζουν / θα αυλακίζουνε / θα αυλακίσουν / θα αυλακίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αυλακίσει | έχεις αυλακίσει | έχει αυλακίσει | έχουμε αυλακίσει | έχετε αυλακίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αυλακίσει | είχες αυλακίσει | είχε αυλακίσει | είχαμε αυλακίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αυλακίσει / να αυλακίζω / να αυλακίσω | να έχεις αυλακίσει / να αυλακίζεις / να αυλακίσεις | να έχει αυλακίσει / να αυλακίζει / να αυλακίσει | να έχουμε αυλακίσει / να αυλακίζουμε / να αυλακίσουμε | να έχετε αυλακίσει / να αυλακίζετε / να αυλακίσετε | να αυλακίζουν / να αυλακίζουνε / να αυλακίσουν / να αυλακίσουνε |
| Προστακτική | — | αυλάκιζε / αυλάκισε | — | — | αυλακίζετε / αυλακίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →