αυλητής
•
- επάγγελμαο μουσικός που παίζει αυλό Βικιλεξικό
- Είναι πολύ γνωστή η παράσταση στο Κορινθιακό αγγείο (οινοχόη Chigi) όπου ένας νεαρός αυλητής συνοδεύει την φάλαγγα των στρατιωτών στη μάχη (Imago Musicae, Τόμοι 21-22, εκδ. Bärenreiter-Verlag, 2004, σελ. 14)
Ετυμολογία
αυλητής < αρχαία ελληνική αὐλητής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αυλητής | αυλητές |
| Γενική | αυλητή | αυλητών |
| Αιτιατική | αυλητή | αυλητές |
| Κλητική | αυλητή | αυλητές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →