Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αυλικός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. μέλος της ηγεμονικής αυλής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αυλικός < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική αὐλή < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₂ew- (παρατηρώ, κοιτάζω, φυλάγω)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαυλική / αυλικός / αυλικόαυλικές / αυλικοί / αυλικά
Γενικήαυλικής / αυλικού / αυλικούαυλικών / αυλικών / αυλικών
Αιτιατικήαυλική / αυλικό / αυλικόαυλικές / αυλικούς / αυλικά
Κλητικήαυλική / αυλικέ / αυλικόαυλικές / αυλικοί / αυλικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

αυλικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την αυλή κάποιου ηγεμόνα, ανήκει σ’ αυτήν ή αναφέρεται σ’ αυτήν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αυλικός < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική αὐλή < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₂ew- (παρατηρώ, κοιτάζω, φυλάγω)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαυλικόςαυλικήαυλικό
Γενικήαυλικούαυλικήςαυλικού
Αιτιατικήαυλικόαυλικήαυλικό
Κλητικήαυλικέαυλικήαυλικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαυλικοίαυλικέςαυλικά
Γενικήαυλικώναυλικώναυλικών
Αιτιατικήαυλικούςαυλικέςαυλικά
Κλητικήαυλικοίαυλικέςαυλικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →