αυλοκόλακας
•
- αυτός που κολακεύει τη βασιλική αυλή, το βασιλιά ή τους αυλικούς Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηαυτός που κολακεύει κάποια ισχυρά (πολιτικά) πρόσωπα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυλοκόλακας < αυλή (ο περίγυρος βασιλιά ή άλλου επιφανούς προσώπου ) + -ο- + κόλακας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αυλοκόλακας | αυλοκόλακες |
| Γενική | αυλοκόλακα | αυλοκολάκων |
| Αιτιατική | αυλοκόλακα | αυλοκόλακες |
| Κλητική | αυλοκόλακα | αυλοκόλακες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →