Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αυλόπορτα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η πόρτα της αυλής Βικιλεξικό
    • Έχει στηθεί μπάστακας στην αυλόπορτα και δε λέει να το κουνήσει. (Διονύσης Χαριτόπουλος (1976) Δανεικιά γραβάτα [διηγήματα])

Ετυμολογία

αυλόπορτα < αυλ(ή) + -ό- + πόρτα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαυλόπορτααυλόπορτες
Γενικήαυλόπορταςαυλοπορτών
Αιτιατικήαυλόπορτααυλόπορτες
Κλητικήαυλόπορτααυλόπορτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →