αυριανός
•
- που αναφέρεται στο αύριο ή έχει σχέση με το αύριο Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασημελλοντικός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυριανός < αύριο + -ανός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αυριανός | αυριανή | αυριανό |
| Γενική | αυριανού | αυριανής | αυριανού |
| Αιτιατική | αυριανό | αυριανή | αυριανό |
| Κλητική | αυριανέ | αυριανή | αυριανό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αυριανοί | αυριανές | αυριανά |
| Γενική | αυριανών | αυριανών | αυριανών |
| Αιτιατική | αυριανούς | αυριανές | αυριανά |
| Κλητική | αυριανοί | αυριανές | αυριανά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →