Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αυριανός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αναφέρεται στο αύριο ή έχει σχέση με το αύριο Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασημελλοντικός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αυριανός < αύριο + -ανός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαυριανόςαυριανήαυριανό
Γενικήαυριανούαυριανήςαυριανού
Αιτιατικήαυριανόαυριανήαυριανό
Κλητικήαυριανέαυριανήαυριανό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαυριανοίαυριανέςαυριανά
Γενικήαυριανώναυριανώναυριανών
Αιτιατικήαυριανούςαυριανέςαυριανά
Κλητικήαυριανοίαυριανέςαυριανά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →