αυστηρότητα
•
- η ιδιότητα του να είναι κανείς αυστηρός Βικιλεξικό
- το πρόσωπό του απέπνεε αυστηρότητα
- ο βαθμός στον οποίο τηρούνται οι κανόνες (πχ. μιας σχολικής τάξης), η εμμονή στη συμμόρφωση χωρίς παρεκκλίσεις Βικιλεξικό
- τέχνεςη απλότητα, η λιτότητα στο στυλ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυστηρότητα < αρχαία ελληνική αὐστηρότης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αυστηρότητα | αυστηρότητες |
| Γενική | αυστηρότητας | αυστηροτήτων |
| Αιτιατική | αυστηρότητα | αυστηρότητες |
| Κλητική | αυστηρότητα | αυστηρότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →