Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αυτάρεσκος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. για πρόσωποπου ευχαριστιέται θαυμάζοντας τον εαυτό του και τις πραγματικές ή υποθετικές αρετές του Βικιλεξικό
    • Τότε, την ώρα που στέγνωναν επάνω τους τα ιδρωμένα ρούχα, άρχιζε να διηγείται αλλιώς, χωρίς λιβάνι, με λέξεις για τη σάρκα του κόσμου, για μελαγχολικούς σουλτάνους, έκφυλους ιερωμένους, αυτάρεσκες χορεύτριες, φορτωμένες κρίκους στα πόδια κι άλλες ομορφιές των σεραγιών, που καμάρωναν το είδωλό τους σε στέρνες κάτω από κυπαρίσσια και ροδοδάφνες. (Ισίδωρος Ζουργός, Σκηνές από τον βίο του Ματίας Αλμοσίνο, εκδ. Πατάκης, 2016)
  2. για ενέργεια ή στάσηπου ταιριάζει σε ένα τέτοιο άτομο, που δείχνει αυταρέσκεια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αυτάρεσκος < (ελληνιστική κοινή) αὐτάρεσκος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαυτάρεσκοςαυτάρεσκηαυτάρεσκο
Γενικήαυτάρεσκουαυτάρεσκηςαυτάρεσκου
Αιτιατικήαυτάρεσκοαυτάρεσκηαυτάρεσκο
Κλητικήαυτάρεσκεαυτάρεσκηαυτάρεσκο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαυτάρεσκοιαυτάρεσκεςαυτάρεσκα
Γενικήαυτάρεσκωναυτάρεσκωναυτάρεσκων
Αιτιατικήαυτάρεσκουςαυτάρεσκεςαυτάρεσκα
Κλητικήαυτάρεσκοιαυτάρεσκεςαυτάρεσκα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →