Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αυτί

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. άλλη γραφή του αφτί Βικιλεξικό
    • Από τα αυτιά της κρέμονταν δυο μεγάλοι ασημένιοι κρίκοι κι απ'το δεξί της φρύδι ένα μικρό σκουλαρίκι και σου έδινε την εντύπωση πως έπασχε από βλεφαρόπτωση. (Δημήτρης Γ. Στεφανάκης, Το μάτι της επανάστασης έχει αχρωματοψία, μυθιστόρημα, εκδ. Ωκεανίδα, 2004, σελ. 30)

Ετυμολογία

αυτί: παρετυμολογική ηχητική απόδοση της λέξης αφτί

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαυτίαυτιά
Γενικήαυτιούαυτιών
Αιτιατικήαυτίαυτιά
Κλητικήαυτίαυτιά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →