Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αυτείνος

/aˈfti.nos/αντωνυμία, αρσενικό
•
  1. λαϊκόαυτός Βικιλεξικό
    • την έπιασαν οι πόνοι και γέννησε εμένα μόνη της η καϊμένη και αποσταμένη εκιντύνεψε και αυτείνη τότε και εγώ. Ξελεχώνεψε μόνη της και συγυρίστη (Απομνημονεύματα Μακρυγιάννη 1797‑1864)

Ετυμολογία

αυτείνος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική αὐτεῖνος < συμφυρμός των αὐτός + ἐκεῖνος

Άλλοι τύποι

αυτείνααυτείνεςαυτείνηαυτείνηςαυτείνοαυτείνοιαυτείνοςαυτείνουαυτείνουςαυτείνων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →