Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αυτεξούσιος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που εξουσιάζει τον εαυτό του, ο κύριος του εαυτού του, ο μη υποκείμενος στην εξουσία άλλου, ανεξάρτητος, ελεύθερος. Βικιλεξικό
  2. νομικός όροςπου μπορεί να ασκήσει όλα τα πολιτικά και αστικά δικαιώματα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αυτεξούσιος < ελληνιστική κοινή αὐτεξούσιος. Μορφολογικά: εαυτός + εξουσιάζω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαυτεξούσιοςαυτεξούσιααυτεξούσιο
Γενικήαυτεξούσιουαυτεξούσιαςαυτεξούσιου
Αιτιατικήαυτεξούσιοαυτεξούσιααυτεξούσιο
Κλητικήαυτεξούσιεαυτεξούσιααυτεξούσιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαυτεξούσιοιαυτεξούσιεςαυτεξούσια
Γενικήαυτεξούσιωναυτεξούσιωναυτεξούσιων
Αιτιατικήαυτεξούσιουςαυτεξούσιεςαυτεξούσια
Κλητικήαυτεξούσιοιαυτεξούσιεςαυτεξούσια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →