αυτεπάγγελτα
•
- νομικός όροςμε αυτεπάγγελτο τρόπο, αυτόβουλα, η δίωξη που ασκείται από την εισαγγελία με βάση τη νομοθεσία χωρίς να προαπαιτείται έγκληση ή μήνυση (σε αντιδιαστολή προς τα αδικήματα που διώκονται μόνον όταν κάποιος ιδιώτης κινεί τη διαδικασία με μήνυση ή άλλα ένδικα μέσα) Βικιλεξικό
- Δεν μπορείς να τον γλιτώσεις ακόμα κι αν αποσύρεις τη μήνυση, γιατί το συγκεκριμένο αδίκημα διώκεται αυτεπάγγελτα
Ετυμολογία
αυτεπάγγελτα < αυτεπάγγελτος + -α
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →