αυτεπαγωγή
•
- ηλεκτρολογίαιδιότητα ηλεκτρικού αγωγού κατά την οποία μία μεταβολή στην ένταση του ηλεκτρικού ρεύματος που τον διαρρέει δημιουργεί μία ηλεκτρεγερτική δύναμη (τάση) στα άκρα του σύμφωνα με τον τύπο ;v(t)=Ldi(t)/dt, όπου L ο συντελεστής αυτεπαγωγής. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυτεπαγωγή < (αυτο-) αυτ- + επαγωγή (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική self-inductance
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αυτεπαγωγή | αυτεπαγωγές |
| Γενική | αυτεπαγωγής | αυτεπαγωγών |
| Αιτιατική | αυτεπαγωγή | αυτεπαγωγές |
| Κλητική | αυτεπαγωγή | αυτεπαγωγές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →