Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αυτεπαγωγή

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ηλεκτρολογίαιδιότητα ηλεκτρικού αγωγού κατά την οποία μία μεταβολή στην ένταση του ηλεκτρικού ρεύματος που τον διαρρέει δημιουργεί μία ηλεκτρεγερτική δύναμη (τάση) στα άκρα του σύμφωνα με τον τύπο ;v(t)=Ldi(t)/dt, όπου L ο συντελεστής αυτεπαγωγής. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αυτεπαγωγή < (αυτο-) αυτ- + επαγωγή (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική self-inductance

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαυτεπαγωγήαυτεπαγωγές
Γενικήαυτεπαγωγήςαυτεπαγωγών
Αιτιατικήαυτεπαγωγήαυτεπαγωγές
Κλητικήαυτεπαγωγήαυτεπαγωγές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →