Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αυτιστικός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αυτός που πάσχει από αυτισμό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αυτιστικός < αυτισμός + -ιστικός < (μεταφραστικό δάνειο) γερμανική autistisch

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαυτιστική / αυτιστικός / αυτιστικόαυτιστικές / αυτιστικοί / αυτιστικά
Γενικήαυτιστικής / αυτιστικού / αυτιστικούαυτιστικών / αυτιστικών / αυτιστικών
Αιτιατικήαυτιστική / αυτιστικό / αυτιστικόαυτιστικές / αυτιστικούς / αυτιστικά
Κλητικήαυτιστική / αυτιστικέ / αυτιστικόαυτιστικές / αυτιστικοί / αυτιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

αυτιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον αυτισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αυτιστικός < αυτισμός + -ιστικός < (μεταφραστικό δάνειο) γερμανική autistisch

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαυτιστικόςαυτιστικήαυτιστικό
Γενικήαυτιστικούαυτιστικήςαυτιστικού
Αιτιατικήαυτιστικόαυτιστικήαυτιστικό
Κλητικήαυτιστικέαυτιστικήαυτιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαυτιστικοίαυτιστικέςαυτιστικά
Γενικήαυτιστικώναυτιστικώναυτιστικών
Αιτιατικήαυτιστικούςαυτιστικέςαυτιστικά
Κλητικήαυτιστικοίαυτιστικέςαυτιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →