αυτοαθωωτικός
•
- που αποσκοπεί στην αθώωση ή την απαλλαγή του ίδιου του εαυτού από ευθύνες, σφάλματα ή ενοχές Βικιλεξικό
- Γνώρισμα τρίτο, ο αυτοαθωωτικός καταγγελτισμός: Πάντα έχουμε δίκιο, όλο το δίκιο. Και μόνο εμείς ασκούμε λειτούργημα, όχι επάγγελμα. Ποτέ δεν σφάλλουμε. Ποτέ δεν καταπατούμε τους κώδικες δεοντολογίας, γραπτούς ή άγραφους.
- Εδώ και δεκαετίες τώρα το Ηράκλειο βιώνει οδυνηρά τον εμπαιγμό καθησυχαστικών διαβεβαιώσεων των αυτοδιοικητικών, που με αυτοαθωωτικό ύφος ισχυρίζονται ότι έκαναν το χρέος τους, κάθε φορά που ένα δυνατό μπουρίνι απειλεί να πνίξει περιοχές εντός και εκτός πόλης, που παραμένουν ανοχύρωτες και απολύτως εκτεθειμένες σε φυσικές καταστροφές.
- Μερικοί “παζαρεύουν” την αλήθειά τους (δηλαδή τα ψέματά τους) με παροχές ή εξαγγελίες και άλλοι συγγράφουν πονήματα, όπου συνήθως με μικροπρεπή, μικρόψυχο, αχάριστο και αυτοαθωωτικό τρόπο, επιχειρούν να κλείσουν τους λογαριασμούς τους με το χθες, για να ξανακάνουν τα ίδια (αφού έχουν μείνει οι ίδιοι, όπως αποδεικνύεται από τις αυτοαναφορικές περιγραφές και τις δόλιες παραλείψεις των συγγραμμάτων τους).
Ετυμολογία
αυτοαθωωτικός < αυτο- + αθωωτικός• Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αυτοαθωωτικός | αυτοαθωωτική / αυτοαθωωτικη | αυτοαθωωτικο / αυτοαθωωτικό |
| Γενική | αυτοαθωωτικού | αυτοαθωωτικής | αυτοαθωωτικού |
| Αιτιατική | αυτοαθωωτικό | αυτοαθωωτική | αυτοαθωωτικό |
| Κλητική | αυτοαθωωτικέ | αυτοαθωωτική | αυτοαθωωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αυτοαθωωτικοί | αυτοαθωωτικές | αυτοαθωωτικά |
| Γενική | αυτοαθωωτικών | αυτοαθωωτικών | αυτοαθωωτικών |
| Αιτιατική | αυτοαθωωτικούς | αυτοαθωωτικές | αυτοαθωωτικά |
| Κλητική | αυτοαθωωτικοί | αυτοαθωωτικές | αυτοαθωωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →