αυτοακύρωση
•
- λόγιοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αυτοακυρώνομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυτοακύρωση < αυτοακυρώνομαι + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αυτοακύρωση | αυτοακυρώσεις |
| Γενική | αυτοακύρωσης | αυτοακυρώσεων |
| Αιτιατική | αυτοακύρωση | αυτοακυρώσεις |
| Κλητική | αυτοακύρωση | αυτοακυρώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →