αυτοανάλυση
•
- ψυχολογίασυνειδητή και δομημένη διερεύνηση των σκέψεων, των συναισθημάτων και των κινήτρων ενός ατόμου από το ίδιο, με σκοπό την αυτογνωσία και την προσωπική βελτίωση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυτοανάλυση < αυτο- + ανάλυση (μεταφραστικό δάνειο από τη γερμανική Selbstanalyse)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αυτοανάλυση | αυτοαναλύσεις |
| Γενική | αυτοανάλυσης | αυτοαναλύσεων |
| Αιτιατική | αυτοανάλυση | αυτοαναλύσεις |
| Κλητική | αυτοανάλυση | αυτοαναλύσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →