αυτοαναλύομαι
•
- αναλύω τον εαυτό μου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυτοαναλύομαι < αυτο- + αναλύομαι < αναλύω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αυτοαναλύομαι | αυτοαναλύεσαι | αυτοαναλύεται | αυτοαναλυόμαστε | αυτοαναλύεστε | αυτοαναλύονται |
| Παρατατικός | αυτοαναλυόμουν / αυτοαναλυόμουνα | αυτοαναλυόσουν / αυτοαναλυόσουνα | αυτοαναλυόταν / αυτοαναλυότανε | αυτοαναλυόμασταν / αυτοαναλυόμαστε | αυτοαναλυόσασταν / αυτοαναλυόσαστε | αυτοαναλυόντουσαν / αυτοαναλύονταν |
| Αόριστος | αυτοαναλύθηκα | αυτοαναλύθηκες | αυτοαναλύθηκε | αυτοαναλυθήκαμε | αυτοαναλυθήκατε | αυτοαναλυθήκαν / αυτοαναλυθήκανε / αυτοαναλύθηκαν |
| Μέλλοντας | θα αυτοαναλυθώ / θα αυτοαναλύομαι | θα αυτοαναλυθείς / θα αυτοαναλύεσαι | θα αυτοαναλυθεί / θα αυτοαναλύεται | θα αυτοαναλυθούμε / θα αυτοαναλυόμαστε | θα αυτοαναλυθείτε / θα αυτοαναλύεστε | θα αυτοαναλυθούν / θα αυτοαναλυθούνε / θα αυτοαναλύονται |
| Παρακείμενος | έχω αυτοαναλυθεί | έχεις αυτοαναλυθεί | έχει αυτοαναλυθεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αυτοαναλυθεί | είχες αυτοαναλυθεί | είχε αυτοαναλυθεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αυτοαναλυθεί / να αυτοαναλυθώ / να αυτοαναλύομαι | να έχεις αυτοαναλυθεί / να αυτοαναλυθείς / να αυτοαναλύεσαι | να έχει αυτοαναλυθεί / να αυτοαναλυθεί / να αυτοαναλύεται | να αυτοαναλυθούμε / να αυτοαναλυόμαστε | να αυτοαναλυθείτε / να αυτοαναλύεστε | να αυτοαναλυθούν / να αυτοαναλυθούνε / να αυτοαναλύονται |
| Προστακτική | — | αυτοαναλύου / αυτοαναλύσου | — | — | αυτοαναλυθείτε / αυτοαναλύεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →