αυτοαποτελεσματικότητα
•
- ψυχολογίαη πίστη στην ικανότητα κάποιου να ολοκληρώσει τα καθήκοντά του και να επιτύχει στόχους του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυτοαποτελεσματικότητα (νεολογισμός) < αυτο- + αποτελεσματικότητα, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική self-reliance
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αυτοαποτελεσματικότητα | αυτοαποτελεσματικότητες |
| Γενική | αυτοαποτελεσματικότητας | αυτοαποτελεσματικοτήτων |
| Αιτιατική | αυτοαποτελεσματικότητα | αυτοαποτελεσματικότητες |
| Κλητική | αυτοαποτελεσματικότητα | αυτοαποτελεσματικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →