αυτογελοιοποιούμαι
•
- ενεργώ ή εκφράζομαι με τρόπο που μειώνει το κύρος μου και προκαλεί χλευασμό ή περιφρόνηση προς το ίδιο μου το πρόσωπο Βικιλεξικό
- Αν απαντούσε με αυτοπεποίθηση πως ήξερε ότι η ίδια αποτελούσε τον μεγάλο του έρωτα, κινδύνευε να αυτογελοιοποιηθεί, σε περίπτωση που της το διέψευδε (Πέλα Σουλτάτου, Ανκόρ, εκδ. Καστανιώτη, 2015)
Ετυμολογία
αυτογελοιοποιούμαι < αυτο- + γελοιοποιούμαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αυτογελοιοποιούμαι | αυτογελοιοποιείσαι | αυτογελοιοποιείται | αυτογελοιοποιούμαστε | αυτογελοιοποιείστε | αυτογελοιοποιούνται |
| Παρατατικός | αυτογελοιοποιούμουν | αυτογελοιοποιούσουν | αυτογελοιοποιούνταν | αυτογελοιοποιούμασταν / αυτογελοιοποιούμαστε | αυτογελοιοποιούσασταν / αυτογελοιοποιούσαστε | αυτογελοιοποιούνταν |
| Αόριστος | αυτογελοιοποιήθηκα | αυτογελοιοποιήθηκες | αυτογελοιοποιήθηκε | αυτογελοιοποιηθήκαμε | αυτογελοιοποιηθήκατε | αυτογελοιοποιήθηκαν / αυτογελοιοποιηθήκαν / αυτογελοιοποιηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα αυτογελοιοποιηθώ / θα αυτογελοιοποιούμαι | θα αυτογελοιοποιείσαι / θα αυτογελοιοποιηθείς | θα αυτογελοιοποιείται / θα αυτογελοιοποιηθεί | θα αυτογελοιοποιηθούμε / θα αυτογελοιοποιούμαστε | θα αυτογελοιοποιείστε / θα αυτογελοιοποιηθείτε | θα αυτογελοιοποιηθούν / θα αυτογελοιοποιηθούνε / θα αυτογελοιοποιούνται |
| Παρακείμενος | έχω αυτογελοιοποιηθεί | έχεις αυτογελοιοποιηθεί | έχει αυτογελοιοποιηθεί | έχουμε αυτογελοιοποιηθεί | έχετε αυτογελοιοποιηθεί | έχουν αυτογελοιοποιηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα αυτογελοιοποιηθεί | είχες αυτογελοιοποιηθεί | είχε αυτογελοιοποιηθεί | είχαμε αυτογελοιοποιηθεί | είχατε αυτογελοιοποιηθεί | είχαν αυτογελοιοποιηθεί |
| Υποτακτική | να έχω αυτογελοιοποιηθεί / να αυτογελοιοποιηθώ / να αυτογελοιοποιούμαι | να έχεις αυτογελοιοποιηθεί / να αυτογελοιοποιείσαι / να αυτογελοιοποιηθείς | να έχει αυτογελοιοποιηθεί / να αυτογελοιοποιείται / να αυτογελοιοποιηθεί | να έχουμε αυτογελοιοποιηθεί / να αυτογελοιοποιηθούμε / να αυτογελοιοποιούμαστε | να έχετε αυτογελοιοποιηθεί / να αυτογελοιοποιείστε / να αυτογελοιοποιηθείτε | να έχουν αυτογελοιοποιηθεί / να αυτογελοιοποιηθούν / να αυτογελοιοποιηθούνε / να αυτογελοιοποιούνται |
| Προστακτική | — | αυτογελοιοποιήσου | — | — | αυτογελοιοποιείστε / αυτογελοιοποιηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →