Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αυτοδιέγερση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διέγερση που επιτυγχάνει κάποιος ή κάτι από μόνο(ς) του Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αυτοδιέγερση < αυτο- + διέγερση (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική auto-excitation)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαυτοδιέγερσηαυτοδιεγέρσεις
Γενικήαυτοδιέγερσηςαυτοδιεγέρσεων
Αιτιατικήαυτοδιέγερσηαυτοδιεγέρσεις
Κλητικήαυτοδιέγερσηαυτοδιεγέρσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →