αυτοδιέγερση
•
- η διέγερση που επιτυγχάνει κάποιος ή κάτι από μόνο(ς) του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυτοδιέγερση < αυτο- + διέγερση (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική auto-excitation)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αυτοδιέγερση | αυτοδιεγέρσεις |
| Γενική | αυτοδιέγερσης | αυτοδιεγέρσεων |
| Αιτιατική | αυτοδιέγερση | αυτοδιεγέρσεις |
| Κλητική | αυτοδιέγερση | αυτοδιεγέρσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →