Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αυτοδιαχειριστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την αυτοδιαχείριση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αυτοδιαχειριστικός < αυτοδιαχειρίζομαι + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαυτοδιαχειριστικόςαυτοδιαχειριστικήαυτοδιαχειριστικό
Γενικήαυτοδιαχειριστικούαυτοδιαχειριστικήςαυτοδιαχειριστικού
Αιτιατικήαυτοδιαχειριστικόαυτοδιαχειριστικήαυτοδιαχειριστικό
Κλητικήαυτοδιαχειριστικέαυτοδιαχειριστικήαυτοδιαχειριστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαυτοδιαχειριστικοίαυτοδιαχειριστικέςαυτοδιαχειριστικά
Γενικήαυτοδιαχειριστικώναυτοδιαχειριστικώναυτοδιαχειριστικών
Αιτιατικήαυτοδιαχειριστικούςαυτοδιαχειριστικέςαυτοδιαχειριστικά
Κλητικήαυτοδιαχειριστικοίαυτοδιαχειριστικέςαυτοδιαχειριστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →