αυτοδιαψεύδομαι
•
- διαψεύδω εγώ ο ίδιος τον εαυτό μου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυτοδιαψεύδομαι < αυτο- + διαψεύδομαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αυτοδιαψεύδομαι | αυτοδιαψεύδεσαι | αυτοδιαψεύδεται | αυτοδιαψευδόμαστε | αυτοδιαψεύδεστε | αυτοδιαψεύδονται |
| Παρατατικός | αυτοδιαψευδόμουν / αυτοδιαψευδόμουνα | αυτοδιαψευδόσουν / αυτοδιαψευδόσουνα | αυτοδιαψευδόταν / αυτοδιαψευδότανε | αυτοδιαψευδόμασταν / αυτοδιαψευδόμαστε | αυτοδιαψευδόσασταν / αυτοδιαψευδόσαστε | αυτοδιαψευδόντουσαν / αυτοδιαψεύδονταν |
| Αόριστος | αυτοδιαψεύστηκα | αυτοδιαψεύστηκες | αυτοδιαψεύστηκε | αυτοδιαψευστήκαμε | αυτοδιαψευστήκατε | αυτοδιαψευστήκαν / αυτοδιαψευστήκανε / αυτοδιαψεύστηκαν |
| Μέλλοντας | θα αυτοδιαψευστώ / θα αυτοδιαψεύδομαι | θα αυτοδιαψευστείς / θα αυτοδιαψεύδεσαι | θα αυτοδιαψευστεί / θα αυτοδιαψεύδεται | θα αυτοδιαψευδόμαστε / θα αυτοδιαψευστούμε | θα αυτοδιαψευστείτε / θα αυτοδιαψεύδεστε | θα αυτοδιαψευστούν / θα αυτοδιαψευστούνε / θα αυτοδιαψεύδονται |
| Παρακείμενος | έχω αυτοδιαψευστεί | έχεις αυτοδιαψευστεί | έχει αυτοδιαψευστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αυτοδιαψευστεί | είχες αυτοδιαψευστεί | είχε αυτοδιαψευστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αυτοδιαψευστεί / να αυτοδιαψευστώ / να αυτοδιαψεύδομαι | να έχεις αυτοδιαψευστεί / να αυτοδιαψευστείς / να αυτοδιαψεύδεσαι | να έχει αυτοδιαψευστεί / να αυτοδιαψευστεί / να αυτοδιαψεύδεται | να αυτοδιαψευδόμαστε / να αυτοδιαψευστούμε | να αυτοδιαψευστείτε / να αυτοδιαψεύδεστε | να αυτοδιαψευστούν / να αυτοδιαψευστούνε / να αυτοδιαψεύδονται |
| Προστακτική | — | αυτοδιαψεύδου / αυτοδιαψεύσου | — | — | αυτοδιαψευστείτε / αυτοδιαψεύδεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →