αυτοδιοικούμαι
•
- έχω διοικητική αυτονομία, αυτοτέλεια Βικιλεξικό
- διοικούμαι (πρώτος) και διοικώ (δεύτερους) δίχως την παρέμβαση έξωθεν παράγοντα (τρίτου) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυτοδιοικούμαι < → λείπει η ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →