αυτοδιοικούμενος
•
- που αυτοδιοικείται Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυτοδιοικούμενος < μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος αυτοδιοικούμαι
Άλλοι τύποι
αυτοδιοικούμενααυτοδιοικούμενεαυτοδιοικούμενεςαυτοδιοικούμενηαυτοδιοικούμενηςαυτοδιοικούμενοαυτοδιοικούμενοιαυτοδιοικούμενοςαυτοδιοικούμενουαυτοδιοικούμενουςαυτοδιοικούμενων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →