Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αυτοδιορθώνομαι

ρήμα
•
  1. σπάνιοδιορθώνω τον εαυτό μου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αυτοδιορθώνομαι < αυτο- + διορθώνομαι

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαυτοδιορθώνομαιαυτοδιορθώνεσαιαυτοδιορθώνεταιαυτοδιορθωνόμαστεαυτοδιορθώνεστεαυτοδιορθώνονται
Παρατατικόςαυτοδιορθωνόμουν / αυτοδιορθωνόμουνααυτοδιορθωνόσουν / αυτοδιορθωνόσουνααυτοδιορθωνόταν / αυτοδιορθωνότανεαυτοδιορθωνόμασταν / αυτοδιορθωνόμαστεαυτοδιορθωνόσασταν / αυτοδιορθωνόσαστεαυτοδιορθωνόντουσαν / αυτοδιορθώνονταν
Αόριστοςαυτοδιορθώθηκααυτοδιορθώθηκεςαυτοδιορθώθηκεαυτοδιορθωθήκαμεαυτοδιορθωθήκατεαυτοδιορθωθήκαν / αυτοδιορθωθήκανε / αυτοδιορθώθηκαν
Μέλλονταςθα αυτοδιορθωθώ / θα αυτοδιορθώνομαιθα αυτοδιορθωθείς / θα αυτοδιορθώνεσαιθα αυτοδιορθωθεί / θα αυτοδιορθώνεταιθα αυτοδιορθωθούμε / θα αυτοδιορθωνόμαστεθα αυτοδιορθωθείτε / θα αυτοδιορθώνεστεθα αυτοδιορθωθούν / θα αυτοδιορθωθούνε / θα αυτοδιορθώνονται
Παρακείμενοςέχω αυτοδιορθωθείέχεις αυτοδιορθωθείέχει αυτοδιορθωθεί———
Υπερσυντέλικοςείχα αυτοδιορθωθείείχες αυτοδιορθωθείείχε αυτοδιορθωθεί———
Υποτακτικήνα έχω αυτοδιορθωθεί / να αυτοδιορθωθώ / να αυτοδιορθώνομαινα έχεις αυτοδιορθωθεί / να αυτοδιορθωθείς / να αυτοδιορθώνεσαινα έχει αυτοδιορθωθεί / να αυτοδιορθωθεί / να αυτοδιορθώνεταινα αυτοδιορθωθούμε / να αυτοδιορθωνόμαστενα αυτοδιορθωθείτε / να αυτοδιορθώνεστενα αυτοδιορθωθούν / να αυτοδιορθωθούνε / να αυτοδιορθώνονται
Προστακτική—αυτοδιορθώνου / αυτοδιορθώσου——αυτοδιορθωθείτε / αυτοδιορθώνεστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →