αυτοεξολοθρεύομαι
•
- σπάνιοεξολοθρεύω τον εαυτό μου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυτοεξολοθρεύομαι < αυτο- + εξολοθρεύομαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αυτοεξολοθρεύομαι | αυτοεξολοθρεύεσαι | αυτοεξολοθρεύεται | αυτοεξολοθρευόμαστε | αυτοεξολοθρεύεστε | αυτοεξολοθρεύονται |
| Παρατατικός | αυτοεξολοθρευόμουν / αυτοεξολοθρευόμουνα | αυτοεξολοθρευόσουν / αυτοεξολοθρευόσουνα | αυτοεξολοθρευόταν / αυτοεξολοθρευότανε | αυτοεξολοθρευόμασταν / αυτοεξολοθρευόμαστε | αυτοεξολοθρευόσασταν / αυτοεξολοθρευόσαστε | αυτοεξολοθρευόντουσαν / αυτοεξολοθρεύονταν |
| Αόριστος | αυτοεξολοθρεύτηκα | αυτοεξολοθρεύτηκες | αυτοεξολοθρεύτηκε | αυτοεξολοθρευτήκαμε | αυτοεξολοθρευτήκατε | αυτοεξολοθρευτήκαν / αυτοεξολοθρευτήκανε / αυτοεξολοθρεύτηκαν |
| Μέλλοντας | θα αυτοεξολοθρευτώ / θα αυτοεξολοθρεύομαι | θα αυτοεξολοθρευτείς / θα αυτοεξολοθρεύεσαι | θα αυτοεξολοθρευτεί / θα αυτοεξολοθρεύεται | θα αυτοεξολοθρευτούμε / θα αυτοεξολοθρευόμαστε | θα αυτοεξολοθρευτείτε / θα αυτοεξολοθρεύεστε | θα αυτοεξολοθρευτούν / θα αυτοεξολοθρευτούνε / θα αυτοεξολοθρεύονται |
| Παρακείμενος | έχω αυτοεξολοθρευτεί | έχεις αυτοεξολοθρευτεί | έχει αυτοεξολοθρευτεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αυτοεξολοθρευτεί | είχες αυτοεξολοθρευτεί | είχε αυτοεξολοθρευτεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αυτοεξολοθρευτεί / να αυτοεξολοθρευτώ / να αυτοεξολοθρεύομαι | να έχεις αυτοεξολοθρευτεί / να αυτοεξολοθρευτείς / να αυτοεξολοθρεύεσαι | να έχει αυτοεξολοθρευτεί / να αυτοεξολοθρευτεί / να αυτοεξολοθρεύεται | να αυτοεξολοθρευτούμε / να αυτοεξολοθρευόμαστε | να αυτοεξολοθρευτείτε / να αυτοεξολοθρεύεστε | να αυτοεξολοθρευτούν / να αυτοεξολοθρευτούνε / να αυτοεξολοθρεύονται |
| Προστακτική | — | αυτοεξολοθρεύου / αυτοεξολοθρεύσου | — | — | αυτοεξολοθρευτείτε / αυτοεξολοθρεύεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →