Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αυτοερωτισμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ψυχιατρικήτο να ερωτεύεται κάποιος τον εαυτό του Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηναρκισσισμός, αυτοθαυμασμός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αυτοερωτισμός < αυτο- + ερωτισμός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαυτοερωτισμόςαυτοερωτισμοί
Γενικήαυτοερωτισμούαυτοερωτισμών
Αιτιατικήαυτοερωτισμόαυτοερωτισμούς
Κλητικήαυτοερωτισμέαυτοερωτισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →