αυτοερωτισμός
•
- ψυχιατρικήτο να ερωτεύεται κάποιος τον εαυτό του Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηναρκισσισμός, αυτοθαυμασμός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυτοερωτισμός < αυτο- + ερωτισμός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αυτοερωτισμός | αυτοερωτισμοί |
| Γενική | αυτοερωτισμού | αυτοερωτισμών |
| Αιτιατική | αυτοερωτισμό | αυτοερωτισμούς |
| Κλητική | αυτοερωτισμέ | αυτοερωτισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →