αυτοθυσιάζομαι
•
- κυριολεκτικάθυσιάζομαι εκούσια Βικιλεξικό
- μεταφορικάθυσιάζω εκούσια τα προσωπικά μου συμφέροντα ή επιδιώξεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυτοθυσιάζομαι < αυτο- + θυσιάζομαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αυτοθυσιάζομαι | αυτοθυσιάζεσαι | αυτοθυσιάζεται | αυτοθυσιαζόμαστε | αυτοθυσιάζεστε | αυτοθυσιάζονται |
| Παρατατικός | αυτοθυσιαζόμουν / αυτοθυσιαζόμουνα | αυτοθυσιαζόσουν / αυτοθυσιαζόσουνα | αυτοθυσιαζόταν / αυτοθυσιαζότανε | αυτοθυσιαζόμασταν / αυτοθυσιαζόμαστε | αυτοθυσιαζόσασταν / αυτοθυσιαζόσαστε | αυτοθυσιάζονταν / αυτοθυσιαζόντουσαν |
| Αόριστος | αυτοθυσιάστηκα | αυτοθυσιάστηκες | αυτοθυσιάστηκε | αυτοθυσιαστήκαμε | αυτοθυσιαστήκατε | αυτοθυσιάστηκαν / αυτοθυσιαστήκαν / αυτοθυσιαστήκανε |
| Μέλλοντας | θα αυτοθυσιάζομαι / θα αυτοθυσιαστώ | θα αυτοθυσιάζεσαι / θα αυτοθυσιαστείς | θα αυτοθυσιάζεται / θα αυτοθυσιαστεί | θα αυτοθυσιαζόμαστε / θα αυτοθυσιαστούμε | θα αυτοθυσιάζεστε / θα αυτοθυσιαστείτε | θα αυτοθυσιάζονται / θα αυτοθυσιαστούν / θα αυτοθυσιαστούνε |
| Παρακείμενος | έχω αυτοθυσιαστεί | έχεις αυτοθυσιαστεί | έχει αυτοθυσιαστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αυτοθυσιαστεί | είχες αυτοθυσιαστεί | είχε αυτοθυσιαστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αυτοθυσιαστεί / να αυτοθυσιάζομαι / να αυτοθυσιαστώ | να έχεις αυτοθυσιαστεί / να αυτοθυσιάζεσαι / να αυτοθυσιαστείς | να έχει αυτοθυσιαστεί / να αυτοθυσιάζεται / να αυτοθυσιαστεί | να αυτοθυσιαζόμαστε / να αυτοθυσιαστούμε | να αυτοθυσιάζεστε / να αυτοθυσιαστείτε | να αυτοθυσιάζονται / να αυτοθυσιαστούν / να αυτοθυσιαστούνε |
| Προστακτική | — | αυτοθυσιάζου / αυτοθυσιάσου | — | — | αυτοθυσιάζεστε / αυτοθυσιαστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →