Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αυτοθυσιάζομαι

ρήμα
•
  1. κυριολεκτικάθυσιάζομαι εκούσια Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάθυσιάζω εκούσια τα προσωπικά μου συμφέροντα ή επιδιώξεις Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αυτοθυσιάζομαι < αυτο- + θυσιάζομαι

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαυτοθυσιάζομαιαυτοθυσιάζεσαιαυτοθυσιάζεταιαυτοθυσιαζόμαστεαυτοθυσιάζεστεαυτοθυσιάζονται
Παρατατικόςαυτοθυσιαζόμουν / αυτοθυσιαζόμουνααυτοθυσιαζόσουν / αυτοθυσιαζόσουνααυτοθυσιαζόταν / αυτοθυσιαζότανεαυτοθυσιαζόμασταν / αυτοθυσιαζόμαστεαυτοθυσιαζόσασταν / αυτοθυσιαζόσαστεαυτοθυσιάζονταν / αυτοθυσιαζόντουσαν
Αόριστοςαυτοθυσιάστηκααυτοθυσιάστηκεςαυτοθυσιάστηκεαυτοθυσιαστήκαμεαυτοθυσιαστήκατεαυτοθυσιάστηκαν / αυτοθυσιαστήκαν / αυτοθυσιαστήκανε
Μέλλονταςθα αυτοθυσιάζομαι / θα αυτοθυσιαστώθα αυτοθυσιάζεσαι / θα αυτοθυσιαστείςθα αυτοθυσιάζεται / θα αυτοθυσιαστείθα αυτοθυσιαζόμαστε / θα αυτοθυσιαστούμεθα αυτοθυσιάζεστε / θα αυτοθυσιαστείτεθα αυτοθυσιάζονται / θα αυτοθυσιαστούν / θα αυτοθυσιαστούνε
Παρακείμενοςέχω αυτοθυσιαστείέχεις αυτοθυσιαστείέχει αυτοθυσιαστεί———
Υπερσυντέλικοςείχα αυτοθυσιαστείείχες αυτοθυσιαστείείχε αυτοθυσιαστεί———
Υποτακτικήνα έχω αυτοθυσιαστεί / να αυτοθυσιάζομαι / να αυτοθυσιαστώνα έχεις αυτοθυσιαστεί / να αυτοθυσιάζεσαι / να αυτοθυσιαστείςνα έχει αυτοθυσιαστεί / να αυτοθυσιάζεται / να αυτοθυσιαστείνα αυτοθυσιαζόμαστε / να αυτοθυσιαστούμενα αυτοθυσιάζεστε / να αυτοθυσιαστείτενα αυτοθυσιάζονται / να αυτοθυσιαστούν / να αυτοθυσιαστούνε
Προστακτική—αυτοθυσιάζου / αυτοθυσιάσου——αυτοθυσιάζεστε / αυτοθυσιαστείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →