αυτοκάθαρση
•
- κυριολεκτικάαυτοκαθαρισμός Βικιλεξικό
- μεταφορικάη κάθαρση που γίνεται με ενέργειες του ίδιου (προσώπου, οργανισμού κ.λπ.) που υφίσταται την κάθαρση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυτοκάθαρση < αυτο- + κάθαρση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αυτοκάθαρση | αυτοκαθάρσεις |
| Γενική | αυτοκάθαρσης | αυτοκαθάρσεων |
| Αιτιατική | αυτοκάθαρση | αυτοκαθάρσεις |
| Κλητική | αυτοκάθαρση | αυτοκαθάρσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →