Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αυτοκίνηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. κίνηση που δίνεται από εγγενείς δυνάμεις, χωρίς εξωτερική ώθηση Βικιλεξικό
  2. οτιδήποτε σχετίζεται με τα αυτοκίνητα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αυτοκίνηση < ελληνιστική κοινή αὐτοκίνησις / αὐτοκινησία < αρχαία ελληνική αὐτός + κινέω ((σημασιολογικό δάνειο) αγγλική autokinesis)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαυτοκίνησηαυτοκινήσεις
Γενικήαυτοκίνησηςαυτοκινήσεων
Αιτιατικήαυτοκίνησηαυτοκινήσεις
Κλητικήαυτοκίνησηαυτοκινήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →