αυτοκαθορισμός
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αυτοκαθορίζω Βικιλεξικό
- πολιτικήη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αυτοκαθορίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυτοκαθορισμός < αυτο- + καθορισμός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αυτοκαθορισμός | αυτοκαθορισμοί |
| Γενική | αυτοκαθορισμού | αυτοκαθορισμών |
| Αιτιατική | αυτοκαθορισμό | αυτοκαθορισμούς |
| Κλητική | αυτοκαθορισμέ | αυτοκαθορισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →