Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αυτοκακολογούμαι

ρήμα
•
  1. σπάνιοκακολογώ τον εαυτό μου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αυτοκακολογούμαι < αυτο- + κακολογούμαι

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαυτοκακολογούμαιαυτοκακολογείσαιαυτοκακολογείταιαυτοκακολογούμαστεαυτοκακολογείστεαυτοκακολογούνται
Παρατατικόςαυτοκακολογούμουναυτοκακολογούσουναυτοκακολογούνταναυτοκακολογούμασταν / αυτοκακολογούμαστεαυτοκακολογούσασταν / αυτοκακολογούσαστεαυτοκακολογούνταν
Αόριστοςαυτοκακολογήθηκααυτοκακολογήθηκεςαυτοκακολογήθηκεαυτοκακολογηθήκαμεαυτοκακολογηθήκατεαυτοκακολογήθηκαν / αυτοκακολογηθήκαν / αυτοκακολογηθήκανε
Μέλλονταςθα αυτοκακολογηθώ / θα αυτοκακολογούμαιθα αυτοκακολογείσαι / θα αυτοκακολογηθείςθα αυτοκακολογείται / θα αυτοκακολογηθείθα αυτοκακολογηθούμε / θα αυτοκακολογούμαστεθα αυτοκακολογείστε / θα αυτοκακολογηθείτεθα αυτοκακολογηθούν / θα αυτοκακολογηθούνε / θα αυτοκακολογούνται
Παρακείμενοςέχω αυτοκακολογηθείέχεις αυτοκακολογηθείέχει αυτοκακολογηθείέχουμε αυτοκακολογηθείέχετε αυτοκακολογηθείέχουν αυτοκακολογηθεί
Υπερσυντέλικοςείχα αυτοκακολογηθείείχες αυτοκακολογηθείείχε αυτοκακολογηθείείχαμε αυτοκακολογηθείείχατε αυτοκακολογηθείείχαν αυτοκακολογηθεί
Υποτακτικήνα έχω αυτοκακολογηθεί / να αυτοκακολογηθώ / να αυτοκακολογούμαινα έχεις αυτοκακολογηθεί / να αυτοκακολογείσαι / να αυτοκακολογηθείςνα έχει αυτοκακολογηθεί / να αυτοκακολογείται / να αυτοκακολογηθείνα έχουμε αυτοκακολογηθεί / να αυτοκακολογηθούμε / να αυτοκακολογούμαστενα έχετε αυτοκακολογηθεί / να αυτοκακολογείστε / να αυτοκακολογηθείτενα έχουν αυτοκακολογηθεί / να αυτοκακολογηθούν / να αυτοκακολογηθούνε / να αυτοκακολογούνται
Προστακτική—αυτοκακολογήσου——αυτοκακολογείστε / αυτοκακολογηθείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →