αυτοκακολογούμαι
•
- σπάνιοκακολογώ τον εαυτό μου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυτοκακολογούμαι < αυτο- + κακολογούμαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αυτοκακολογούμαι | αυτοκακολογείσαι | αυτοκακολογείται | αυτοκακολογούμαστε | αυτοκακολογείστε | αυτοκακολογούνται |
| Παρατατικός | αυτοκακολογούμουν | αυτοκακολογούσουν | αυτοκακολογούνταν | αυτοκακολογούμασταν / αυτοκακολογούμαστε | αυτοκακολογούσασταν / αυτοκακολογούσαστε | αυτοκακολογούνταν |
| Αόριστος | αυτοκακολογήθηκα | αυτοκακολογήθηκες | αυτοκακολογήθηκε | αυτοκακολογηθήκαμε | αυτοκακολογηθήκατε | αυτοκακολογήθηκαν / αυτοκακολογηθήκαν / αυτοκακολογηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα αυτοκακολογηθώ / θα αυτοκακολογούμαι | θα αυτοκακολογείσαι / θα αυτοκακολογηθείς | θα αυτοκακολογείται / θα αυτοκακολογηθεί | θα αυτοκακολογηθούμε / θα αυτοκακολογούμαστε | θα αυτοκακολογείστε / θα αυτοκακολογηθείτε | θα αυτοκακολογηθούν / θα αυτοκακολογηθούνε / θα αυτοκακολογούνται |
| Παρακείμενος | έχω αυτοκακολογηθεί | έχεις αυτοκακολογηθεί | έχει αυτοκακολογηθεί | έχουμε αυτοκακολογηθεί | έχετε αυτοκακολογηθεί | έχουν αυτοκακολογηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα αυτοκακολογηθεί | είχες αυτοκακολογηθεί | είχε αυτοκακολογηθεί | είχαμε αυτοκακολογηθεί | είχατε αυτοκακολογηθεί | είχαν αυτοκακολογηθεί |
| Υποτακτική | να έχω αυτοκακολογηθεί / να αυτοκακολογηθώ / να αυτοκακολογούμαι | να έχεις αυτοκακολογηθεί / να αυτοκακολογείσαι / να αυτοκακολογηθείς | να έχει αυτοκακολογηθεί / να αυτοκακολογείται / να αυτοκακολογηθεί | να έχουμε αυτοκακολογηθεί / να αυτοκακολογηθούμε / να αυτοκακολογούμαστε | να έχετε αυτοκακολογηθεί / να αυτοκακολογείστε / να αυτοκακολογηθείτε | να έχουν αυτοκακολογηθεί / να αυτοκακολογηθούν / να αυτοκακολογηθούνε / να αυτοκακολογούνται |
| Προστακτική | — | αυτοκακολογήσου | — | — | αυτοκακολογείστε / αυτοκακολογηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →