αυτοκαλλιέργεια
•
- το να καλλιεργείς ο ίδιος τα κτήματά σου Βικιλεξικό
- μεταφορικάτο να είναι κάποιος καλλιεργημένος και να φροντίζει γι’ αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυτοκαλλιέργεια < αυτο- + καλλιέργεια
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αυτοκαλλιέργεια | αυτοκαλλιέργειες |
| Γενική | αυτοκαλλιέργειας | αυτοκαλλιεργειών |
| Αιτιατική | αυτοκαλλιέργεια | αυτοκαλλιέργειες |
| Κλητική | αυτοκαλλιέργεια | αυτοκαλλιέργειες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →