Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αυτοκαλλιέργεια

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το να καλλιεργείς ο ίδιος τα κτήματά σου Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάτο να είναι κάποιος καλλιεργημένος και να φροντίζει γι’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αυτοκαλλιέργεια < αυτο- + καλλιέργεια

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαυτοκαλλιέργειααυτοκαλλιέργειες
Γενικήαυτοκαλλιέργειαςαυτοκαλλιεργειών
Αιτιατικήαυτοκαλλιέργειααυτοκαλλιέργειες
Κλητικήαυτοκαλλιέργειααυτοκαλλιέργειες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →