Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αυτοκατεύθυνση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. νεολογισμόςκίνηση κάποιου οχήματος χωρίς την παρέμβαση ή παρεμβολή κάποιου χειριστή Βικιλεξικό
  2. η δυνατότητα για ανεξάρτητη σκέψη ή δράση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αυτοκατεύθυνση < αυτο- + κατεύθυνση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαυτοκατεύθυνσηαυτοκατευθύνσεις
Γενικήαυτοκατεύθυνσηςαυτοκατευθύνσεων
Αιτιατικήαυτοκατεύθυνσηαυτοκατευθύνσεις
Κλητικήαυτοκατεύθυνσηαυτοκατευθύνσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →