αυτοκατεύθυνση
•
- νεολογισμόςκίνηση κάποιου οχήματος χωρίς την παρέμβαση ή παρεμβολή κάποιου χειριστή Βικιλεξικό
- η δυνατότητα για ανεξάρτητη σκέψη ή δράση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυτοκατεύθυνση < αυτο- + κατεύθυνση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αυτοκατεύθυνση | αυτοκατευθύνσεις |
| Γενική | αυτοκατεύθυνσης | αυτοκατευθύνσεων |
| Αιτιατική | αυτοκατεύθυνση | αυτοκατευθύνσεις |
| Κλητική | αυτοκατεύθυνση | αυτοκατευθύνσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →