αυτοκατηγόρια
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αυτοκατηγορούμαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυτοκατηγόρια < αυτο- + κατηγόρια
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αυτοκατηγόρια | αυτοκατηγόριες |
| Γενική | αυτοκατηγόριας | αυτοκατηγοριών |
| Αιτιατική | αυτοκατηγόρια | αυτοκατηγόριες |
| Κλητική | αυτοκατηγόρια | αυτοκατηγόριες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →