Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αυτοκατηγόρια

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αυτοκατηγορούμαι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αυτοκατηγόρια < αυτο- + κατηγόρια

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαυτοκατηγόριααυτοκατηγόριες
Γενικήαυτοκατηγόριαςαυτοκατηγοριών
Αιτιατικήαυτοκατηγόριααυτοκατηγόριες
Κλητικήαυτοκατηγόριααυτοκατηγόριες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

αυτοκατηγορία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αυτοκατηγορούμαι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αυτοκατηγορία < αυτο- + κατηγορία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαυτοκατηγορίααυτοκατηγορίες
Γενικήαυτοκατηγορίαςαυτοκατηγοριών
Αιτιατικήαυτοκατηγορίααυτοκατηγορίες
Κλητικήαυτοκατηγορίααυτοκατηγορίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →