Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αυτοκατοπτρισμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. λογοτεχνίαη άμεση ή έμμεση αναφορά του συγγραφέα ενός (λογοτεχνικού) έργου στο συγκεκριμένο κείμενό του ή σε άλλο προγενέστερο Βικιλεξικό
    • Εάν μαζί με τα προηγούμενα ληφθεί υπόψη και το γεγονός ότι η Ιλιάδα και η Οδύσσεια όχι μόνο παραλαμβάνουν αλλά και προάγουν τις ήδη εξελιγμένες τεχνικές της προφορικής επικής σύνθεσης, καθίσταται σαφής η αιτία της ευρείας και πολυεδρικής ποιητικής τους, όπου κύρια γνωρίσματα συνιστούν ο διακειμενικός κατοπτρισμός και ο αυτοκατοπτρισμός. (* εφημερίδα Αυγή, 22.06.2019])

Ετυμολογία

αυτοκατοπτρισμός < αυτο- + κατοπτρισμός, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική self‐reflexivity

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαυτοκατοπτρισμόςαυτοκατοπτρισμοί
Γενικήαυτοκατοπτρισμούαυτοκατοπτρισμών
Αιτιατικήαυτοκατοπτρισμόαυτοκατοπτρισμούς
Κλητικήαυτοκατοπτρισμέαυτοκατοπτρισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →