αυτοκινητιστής
•
- επαγγελματίας οδηγός λεωφορείου Βικιλεξικό
- ταξιτζής Βικιλεξικό
- κάποιος που ασχολείται επαγγελματικά με το αυτοκίνητο Βικιλεξικό
- οδηγός ασθενοφόρου, απορριμματοφόρου, οχήματος της Πυροσβεστικής, νταλικέρης, σχολικού λεωφορείου ή αστυνομικού αυτοκινήτου. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυτοκινητιστής < αυτοκίνητο + -ιστής, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική automobiliste.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αυτοκινητιστής | αυτοκινητιστές |
| Γενική | αυτοκινητιστή | αυτοκινητιστών |
| Αιτιατική | αυτοκινητιστή | αυτοκινητιστές |
| Κλητική | αυτοκινητιστή | αυτοκινητιστές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →