αυτοκολλητάκι
•
- μικρό αυτοκόλλητο Βικιλεξικό
- προφορικόλατρεμένο άτομο που είναι συνεχώς μαζί μας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυτοκολλητάκι < αυτοκόλλητ(ο) + υποκοριστικό επίθημα -άκι < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου αυτοκόλλητος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αυτοκολλητάκι | αυτοκολλητάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | αυτοκολλητάκι | αυτοκολλητάκια |
| Κλητική | αυτοκολλητάκι | αυτοκολλητάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →