αυτοκρατία
•
- παρωχημένοο σολιψισμός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυτοκρατία < (καθαρεύουσα) αὐτοκρατία < (μεταφραστικό δάνειο) λατινική solipsispus • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αυτοκρατία | αυτοκρατίες |
| Γενική | αυτοκρατίας | αυτοκρατιών |
| Αιτιατική | αυτοκρατία | αυτοκρατίες |
| Κλητική | αυτοκρατία | αυτοκρατίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →