αυτοκρατόρισσα
•
- που έχει απόλυτη κυριαρχία Βικιλεξικό
- 1904 ⌘ Κωστής Παλαμάς. Η ασάλευτη ζωή, Εκατό φωνές, Πρώτη νύχτα, από τη στροφή 15 @greek-language.gr
- 1992 τραγούδι «Σ' αναζητώ στη Σαλονίκη», στίχοι: Φίλιππος Γράψας, μουσική: Μάριος Τόκας. Στίχοι 1-2.
Ετυμολογία
αυτοκρατόρισσα < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική αὐτοκρατόρισσα < αὐτοκράτορ(ας) + κατάληξη θηλυκού -ισσα < αὐτοκράτωρ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αυτοκρατόρισσα | αυτοκρατόρισσες |
| Γενική | αυτοκρατόρισσας | αυτοκρατορισσών |
| Αιτιατική | αυτοκρατόρισσα | αυτοκρατόρισσες |
| Κλητική | αυτοκρατόρισσα | αυτοκρατόρισσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →