αυτοκτονώ
•
- κυριολεκτικάσκοτώνω ο ίδιος τον εαυτού μου με τη θέλησή μου Βικιλεξικό
- μεταφορικάκαταστρέφομαι, χάνω κάτι σπουδαίο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυτοκτονώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική αὐτοκτονῶ (αὐτοκτονέω) < αὐτοκτόνος. Συγχρονικά αναλύεται σε αυτο- + -κτονώ.
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αυτοκτονώ | αυτοκτονείς | αυτοκτονεί | αυτοκτονούμε | αυτοκτονείτε | αυτοκτονούν / αυτοκτονούνε |
| Παρατατικός | αυτοκτονούσα | αυτοκτονούσες | αυτοκτονούσε | αυτοκτονούσαμε | αυτοκτονούσατε | αυτοκτονούσαν / αυτοκτονούσανε |
| Αόριστος | αυτοκτόνησα | αυτοκτόνησες | αυτοκτόνησε | αυτοκτονήσαμε | αυτοκτονήσατε | αυτοκτονήσαν / αυτοκτονήσανε / αυτοκτόνησαν |
| Μέλλοντας | θα αυτοκτονήσω / θα αυτοκτονώ | θα αυτοκτονήσεις / θα αυτοκτονείς | θα αυτοκτονήσει / θα αυτοκτονεί | θα αυτοκτονήσουμε / θα αυτοκτονούμε | θα αυτοκτονήσετε / θα αυτοκτονείτε | θα αυτοκτονήσουν / θα αυτοκτονήσουνε / θα αυτοκτονούν / θα αυτοκτονούνε |
| Παρακείμενος | έχω αυτοκτονήσει | έχεις αυτοκτονήσει | έχει αυτοκτονήσει | έχουμε αυτοκτονήσει | έχετε αυτοκτονήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αυτοκτονήσει | είχες αυτοκτονήσει | είχε αυτοκτονήσει | είχαμε αυτοκτονήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αυτοκτονήσει / να αυτοκτονήσω / να αυτοκτονώ | να έχεις αυτοκτονήσει / να αυτοκτονήσεις / να αυτοκτονείς | να έχει αυτοκτονήσει / να αυτοκτονήσει / να αυτοκτονεί | να έχουμε αυτοκτονήσει / να αυτοκτονήσουμε / να αυτοκτονούμε | να έχετε αυτοκτονήσει / να αυτοκτονήσετε / να αυτοκτονείτε | να αυτοκτονήσουν / να αυτοκτονήσουνε / να αυτοκτονούν / να αυτοκτονούνε |
| Προστακτική | — | αυτοκτόνει / αυτοκτόνησε | — | — | αυτοκτονήστε / αυτοκτονείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →