αυτοκυριαρχία
•
- το να κυριαρχεί κάποιος στον εαυτό του, ο έλεγχος που ασκεί κάποιος στις αντιδράσεις ή στις πράξεις του, δαμάζοντας τα συναισθήματά του και τα πάθη του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυτοκυριαρχία < (μεταφραστικό δάνειο) γερμανική Selbst-verwaltung :: Η λέξη μαρτυρείται από το 1849.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αυτοκυριαρχία | αυτοκυριαρχίες |
| Γενική | αυτοκυριαρχίας | αυτοκυριαρχιών |
| Αιτιατική | αυτοκυριαρχία | αυτοκυριαρχίες |
| Κλητική | αυτοκυριαρχία | αυτοκυριαρχίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →